σεληνόφωτος

-η, -ο, Ν
1. αυτός που φωτίζεται από την σελήνη, σεληνοφώτιστος
2. το ουδ. ως ουσ. το σεληνόφωτο
βλ. σεληνόφως.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σελήνη + -φωτος (< φώς, φωτός), πρβλ. λειψί-φωτος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Рицос, Яннис — Яннис Рицос Γιάννης Ρίτσος …   Википедия

  • σεληνοφώτιστος — η, ο, Ν σεληνόφωτος («σεληνοφώτιστα βράδια», Κ. Καρυωτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < σελήνη + φωτίζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1866 στον Εμμ. Ροΐδη] …   Dictionary of Greek

  • φως — Ημερήσια ελληνική εφημερίδα του Καΐρου, που ιδρύθηκε το 1903 και εκδίδεται μέχρι σήμερα. Ιδρυτής και πρώτος διευθυντής ο Στ. Ευσταθιάδης. Με τον ίδιο τίτλο κυκλοφόρησε εβδομαδιαία εφημερίδα στο Αγρίνιο (1927 35) με ιδρυτή τον Μ. Τζάνη. * * * ωτός …   Dictionary of Greek

  • Ρίτσος, Γιάννης — (Μονεμβασία 1909 – 1990). Ποιητής. Φοίτησε στο δημοτικό της γενέτειράς του και τελείωσε το γυμνάσιο στο Γύθειο. Το 1926, έπειτα από σύντομη διαμονή στην Αθήνα, γύρισε στη Μονεμβασία. Λόγοι υγείας όμως τον ανάγκασαν να καταφύγει σε διάφορα… …   Dictionary of Greek

  • σεληνοφώτιστος — σεληνοφώτιστος, η, ο και σεληνόφωτος, η, ο φεγγαρόλουστος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.